Skip to Content

Ρητινοσυλλέκτες

Εκεί οπου το πεύκο έγινε ζωή, η ρητίνη έγινε ψωμί, και η σκληρή δουλειά έγινε μνήμη.

Οι ρετσινάδες του Αμπελίκου κατα την διάρκεια ρητινοσυλλογής

Οι Ρετσινάδες του Αμπελίκου

«Όταν τα Πεύκα Είχαν Πρόσωπο»

Για πολλές δεκαετίες, οι ζωές των ανθρώπων του Αμπελίκου ήταν στενά συνδεδεμένες με το δάσος και το πεύκο. Οι ρητινοσυλλέκτες — άνδρες, γυναίκες και παιδιά — άφηναν το χωριό κάθε χρόνο, από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο, και εγκαθίσταντο στις περιοχές όπου εργάζονταν, δημιουργώντας μικρούς οικισμούς στην καρδιά του πευκοδάσους.

Στη Μικρή Λίμνη, καθώς και σε Φεράνα, Μπαλτζίκ, Καραγάτς, Αχλαδερή και  την Κράτηγο, οι οικογένειες έστηναν πρόχειρους πέτρινους καταβλισμούς - καλύβες  και ξεκινούσαν έναν καθημερινό αγώνα γεμάτο κόπο, υπομονή και επιμονή.

Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες. Μερικά πετροντούβαρα, μια λαμαρίνα για στέγη, ένα πυρμάχι για το μαγείρεμα και τα απολύτως απαραίτητα αποτελούσαν το σπίτι τους για μήνες. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη λιτή ζωή υπήρχε οικογένεια, αλληλεγγύη και βαθιά πίστη.

Μια Μέρα στο Πευκοδάσος

Η ημέρα του Ρετσινά ξεκινούσε πριν ακόμη χαράξει. Ένα ζεστό πιάτο τραχανά από το πυρμάχι, λίγο ψωμί με ελιές και ένα παγούρι με νερό ήταν αρκετά για να πάρουν δύναμη για την πολύωρη εργασία.

Με το πρώτο φως της ημέρας έφταναν στα πεύκα. Πεύκο το πεύκο, ο Ρετσινάς εργαζόταν πάνω στον κορμό, ανανεώνοντας το «πρόσωπο» του δέντρου, ώστε να τρέξει η πολύτιμη ρητίνη.

Το ρετσίνι, το χρυσαφένιο δάκρυ του πεύκου, ήταν ο καρπός της δουλειάς τους. Σε ορισμένα πεύκα μάλιστα συγκεντρωνόταν το λευκό, καθαρό χασέ ρετσίνι, που χρησιμοποιούσαν οι οικογένειες για τη συντήρηση των κρασιών τους.

Η δουλειά γινόταν σε δύσβατες και απόκρημνες πλαγιές, κάτω από τον ήλιο και μέσα στην κούραση. Το μεσημέρι, ένα απλό φαγητό μέσα στο ζεμπίλι, κρεμασμένο από ένα κλαδί πεύκου, έδινε στους εργάτες λίγη δύναμη για να συνεχίσουν.

Και όταν ερχόταν η ώρα της ξεκούρασης, η σκιά των πεύκων γινόταν το προσωρινό τους καταφύγιο. Λίγος ύπνος πάνω στις πευκοβελόνες, με ένα πέτρινο προσκέφαλο και τα ρούχα γεμάτα ρετσίνι, ήταν αρκετός για να συνεχιστεί η εργασία.

Με τον Σταυρό και με την Ελπίδα

Η ζωή των Ρετσινάδων δεν ήταν μόνο μόχθος. Ήταν και βαθιά δεμένη με την πίστη.

Πριν από την εργασία, πριν από το φαγητό και πριν από την επιστροφή στο σπίτι, ο σταυρός και η προσευχή ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους.

Στη μικρή Λίμνη υπήρχε η Παναγιούδα μας, η Γέννηση της Θεοτόκου. Εκεί, κάθε Κυριακή, οι οικογένειες άναβαν το κεράκι τους και προσεύχονταν για την υγεία των δικών τους ανθρώπων, για τα παιδιά, τους γονείς και όλους τους συγχωριανούς.

Το μικρό κερί έκρυβε μέσα του μια μεγάλη ελπίδα.

Η Επιστροφή

Όταν έπεφτε το βράδυ και οι Ρετσινάδες επέστρεφαν στον οικισμό, η κούραση συναντούσε τη χαρά. Άλλοι πήγαιναν στην πηγή για νερό, άλλοι συζητούσαν για την ημέρα και άλλοι ετοίμαζαν το φαγητό της επόμενης ημέρας.

Το σημαντικότερο ήταν πως η οικογένεια ήταν και πάλι μαζί.

Ο πατέρας επέστρεφε, η μάνα περίμενε και τα παιδιά έτρεχαν να τον υποδεχτούν. Και όλοι μαζί ευχαριστούσαν τον Θεό για μια ακόμη ημέρα που πέρασε και για το γεγονός ότι όλοι γύρισαν σώοι.

Οι Ρετσινάδες του Αμπελικού δεν είχαν πλούτη. Είχαν όμως πίστη, οικογένεια, εργατικότητα, αξιοπρέπεια και ανθρωπιά.

Το πεύκο ήταν το μεροκάματό τους, το δάσος ο καθημερινός τους τόπος και η ρητίνη ο καρπός του μόχθου τους.

Γι’ αυτό και τα πεύκα εκείνης της εποχής μοιάζουν να είχαν πράγματι πρόσωπο.

Στους κορμούς τους ήταν χαραγμένη η ζωή μιας ολόκληρης γενιάς.

Το πρόσωπο του παππού.

Το πρόσωπο της μάνας.

Το πρόσωπο του παιδιού.

Και κάθε σταγόνα ρητίνης που έρρεε από τον κορμό ήταν σαν ένα χρυσαφένιο δάκρυ που χύθηκε από μια ολόκληρη γενιά.

Μιας γενιάς που εργάστηκε σκληρά, έζησε με λίγα, αγωνίστηκε, προσευχήθηκε και έχτισε μια ζωή.

Μιας γενιάς που μας κληροδότησε κάτι πολύ πιο πολύτιμο από τα υλικά αγαθά:

πίστη, αγάπη, εργατικότητα, αξιοπρέπεια και ανθρωπιά.

Αυτή είναι η ιστορία των Ρετσινάδων του Αμπελικού.

Και αυτή την ιστορία το Μουσείο Ρητίνης έχει χρέος να κρατήσει ζωντανή.